«Περάσαμε πείνα… Όταν έσφαζαν κανένα ζώο οι χασάπηδες μάζευαν το αίμα, το έψηναν και το έτρωγαν»
06 Νοέ
0
Σχόλια

«Περάσαμε πείνα… Όταν έσφαζαν κανένα ζώο οι χασάπηδες μάζευαν το αίμα, το έψηναν και το έτρωγαν»

Στο 43ο τεύχος της Ποντιακής Εστίας της Παναγίας Σουμελάς ο Γεώργιος Στυλιανίδης σε μια συνέντευξη που είχε με μια γερόντισσα, την Κυριακή Κοσμίδου, από τον Δυτικό Πόντο, γράφει όπως τα αφηγείται η γερόντισσα.

«Στο Μαδέν υπήρχε ένα μικρό ορφανοτροφείο, που το ίδρυσαν και το συντηρούσαν οι Έλληνες από την ελεύθερη Ελλάδα. Η μάνα μου ήταν δασκάλα στο σχολείο του ορφανοτροφείου. Επειδή το ορφανοτροφείο συντηρούνταν και έπαιρνε λεφτά από τους Έλληνες για να μορφώσει τα ορφανά Ελληνόπουλα, οργίστηκαν οι τουρκικές αρχές και συνέλαβαν τους προύχοντες του χωριού, που ήταν κατά κάποιο τρόπο και προϊστάμενοι του ορφανοτροφείου.

Αυτοί ήταν οι Γαβριηλίδης Χαράλαμπος, Σοφοκλής Παπαδάκης, Θεολόγος και Γεώργιος. Οι τρεις τελευταίοι ήταν αδέρφια.

Στη συνέχεια συνέλαβαν και όλους τους πλούσιους που είχαν τα μεγάλα καταστήματα και τους κλείσανε στις φυλακές του Μαδέν.

Αυτοί ήταν ο Νικόλας εφέντης, ο Σαρηγιαννίδης, ο Καρατζάς, τα τρία αδέρφια από το γένος Πιραγάντ, ο Χαράλαμπος, ο Θεόδωρος και ο Αναστάσης. Ο Κοσμάς του Αβραάμ αγα. Ο Νικόλας τ’ Αρχοντή και ο Γεώργιος Παμπουκίδης.

Εκεί έμειναν περίπου δέκα μέρες. Στη συνέχεια τους πήγαν στο Τασ- Πουνάρ. Μας ειδοποίησαν οι Τούρκοι να πάμε να τους αποχαιρετήσουμε, γιατί θα τους πήγαιναν στην Αμάσεια να τους δικάσουν.

Εκεί στην Αμάσεια ήταν τα φοβερά Δικαστήρια Ανεξαρτησίας που κρεμούσαν αράδα Έλληνες απ’ όλο τον Πόντο, με την κατηγορία ότι τάχα είχαν σχέσεις και έπαιρναν χρήματα από την Ελλάδα.

Όλο το χωριό σηκώθηκε στο πόδι για να πάει να τους αποχαιρετήσει. Την ώρα του αποχαιρετισμού η μάνα μου έπεσε μέσα στην αγκαλιά του αδερφού της κλαίγοντας, του θείου μου δηλαδή που ήταν ο Χαράλαμπος Γαβριηλίδης. Οι Τούρκοι ούτε καν συγκινήθηκαν απ’ τη σκηνή αυτή λες και ήταν γεννημένοι από πέτρες και όχι από μάνες.

Και όχι μόνο δεν συγκινήθηκαν αλλά με ένα καμτσίκι άρχισαν να την δέρνουν. Ο θείος μου της έλεγε να φύγει, αλλά εκείνη συνεχώς και πιο πολύ τον αγκάλιαζε. Θυμάμαι ακόμη αυτή τη σκηνή και κλαίω. Αγκάλιασα κι εγώ τη μητέρα μου και αγκαλιασμένοι και οι τρεις κλαίγαμε. Αν και ήμουν μικρή, περίπου 14-15 χρονών, οι σκηνές έμειναν ζωηρά χαραγμένες στη μνήμη μου.

Στη συνέχεια τους πήγαν στην Αμάσεια και τους δίκασαν. Εκεί τους είπαν να γράψουν σ’ ένα χαρτί ο καθένας εάν χρωστά σε κανέναν τίποτα ή εάν του χρωστούν. Αφού έγραψε ο καθένας ότι ήταν να γράψει τους οδήγησαν στον τόπο της κρεμάλας, όπου άφησαν την τελευταία τους πνοή.

Τα σημειώματα που έγραψαν τα έβαλαν οι Τούρκοι μέσα στα ρούχα τους και τα έστειλαν στους δικούς τους. Βάση αυτών που έγραψαν οι μελλοθάνατοι, οι οικογένειές τους εξόφλησαν τους ανοιχτούς λογαριασμούς που είχαν και που δεν πρόλαβαν οι ίδιοι να τακτοποιήσουν.

Εκτός από αυτά θυμάμαι την πείνα που περάσαμε. Οι άνθρωποι όταν έσφαζαν κανένα ζώο οι χασάπηδες, μάζευαν το αίμα, το έψηναν και το έτρωγαν.

Οι άντρες ήταν στον τουρκικό στρατό. Δεν τους έστελναν εναντίον των Ελλήνων γιατί φοβούνταν μήπως δραπετεύσουν. Δεν τους τάιζαν καθόλου. Έκαναν δρόμους και γεφύρια και άλλα. Ο πατέρας μου από τις κακουχίες αυτές αρρώστησε, ενώ υπηρετούσε τον τουρκικό στρατό και πέθανε.

Η μάνα μου αγωνίστηκε σκληρά για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Με την ανταλλαγή φύγαμε και σωθήκαμε από τις τουρκικές βιαιότητες. Εύχομαι εσείς να μην περάσετε αυτά που περάσαμε εμείς».

ΣΧΟΛΙΑ
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies.