Ανακοίνωση διαμαρτυρίας εξέδωσε ο Σύλλογος Ποντίων Μεταμόρφωσης «Ο Πόντος» για την δεύτερη απέλαση του Γιάννη-Βασίλη Γιαϊλαλί. Διαβάστε την παρακάτω:
«Ο Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί γεννήθηκε ως Ιμπραήμ Γιαϊλαλί, σε μια τουρκική μουσουλμανική οικογένεια του Ευξείνου Πόντου. Όμως η καταγωγή του όπως και χιλιάδων άλλων (ίσως και εκατομμυρίων)δεν είναι τουρκική, είναι ποντιακή, ελληνική, χριστιανική. Το χωριό της οικογένειάς του βρίσκεται στη Μπάφρα, έναν από τους τόπους μαζικών σφαγών του ελληνικού πληθυσμού κατά τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Ο προπάππους του λεγόταν Κωνσταντίνος. Δολοφονήθηκε. Ο παππούς του, μικρός τριών ετών, δεν οδηγήθηκε σε ελληνικό ορφανοτροφείο αλλά δόθηκε σε τουρκική οικογένεια για να χαθεί η μνήμη. Αυτή είναι η τραγική αφετηρία της ζωής του.
Δεκαετίες αργότερα, ο απόγονος των επιζώντων υπηρέτησε υποχρεωτικά στον τουρκικό στρατό. Το 1994 στάλθηκε σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη νοτιοανατολική Τουρκία, εναντίον του PKK. Εκεί τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι, έπεσε από ύψος περίπου τριάντα μέτρων και αιχμαλωτίστηκε. Κατά τη διάρκεια της θητείας του υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας εγκλημάτων πολέμου, εμπρησμών κουρδικών χωριών, βασανιστηρίων αμάχων, ακρωτηριασμών νεκρών ανταρτών. Ο ίδιος δε συμμετείχε σε αυτές τις πράξεις. Το έγκλημά του ήταν ότι μίλησε.
Όταν η οικογένειά του ζήτησε βοήθεια από το κράτος για την απελευθέρωσή του, η απάντηση ήταν αποκαλυπτική. Το αίτημα απορρίφθηκε επειδή θεωρήθηκε «προδότης λόγω ελληνικής καταγωγής». Έτσι αποκαλύφθηκε και επίσημα ότι η οικογένεια ήταν εξισλαμισμένοι και εκτουρκισμένοι Έλληνες, στοιχεία που μόνο τα στρατιωτικά αρχεία διατηρούσαν.
Αφού αφέθηκε ελεύθερος, συνελήφθη από τη Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών της Χωροφυλακής. Υπέστη βασανιστήρια, ψυχολογική πίεση και πολυετείς διώξεις με κατηγορίες για συμμετοχή στο PKK, λιποταξία και «τρομοκρατική δράση». Οι υποθέσεις κράτησαν έως το 2001, με τελική αθώωση. Το 2005 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε αντιρρησίας συνείδησης, εντάχθηκε στην Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και συμμετείχε ενεργά σε δράσεις αλληλεγγύης προς τους Κούρδους.
Το 2010 φυλακίστηκε εκ νέου για «τρομοκρατική προπαγάνδα». Η υπόθεση έφτασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο δικαίωσε τον Γιαϊλαλί και καταδίκασε την Τουρκία, αναγνωρίζοντας παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Το 2017 συνελήφθη ξανά επειδή τίμησε δημόσια τις γενοκτονίες των Ελλήνων και των Αρμενίων. Καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και τριών μηνών.
Το 2019 κατηγορήθηκε για «διεθνή κατασκοπεία». Του αποδόθηκε ο ρόλος του «Έλληνα πράκτορα» επειδή μιλούσε σε ελληνικά μέσα, έγραφε δημόσια υπέρ της Ελλάδας και τόλμησε να προτείνει το κλείσιμο του σπιτιού του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη ως απάντηση στην ισλαμοποίηση της Αγίας Σοφίας. Τότε αναγκάστηκε να διαφύγει.
Κατέληξε στην Ελλάδα όχι ως απειλή, αλλά ως άνθρωπος που αναζητούσε προστασία. Ζει εδώ από το 2019 ειρηνικά. Δεν έχει διαπράξει κανένα έγκλημα. Κι όμως, το ελληνικό Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου απέρριψε για δεύτερη φορά την αίτησή του για άσυλο, επικαλούμενο ισχυρισμούς περί «εγκλημάτων πολέμου», χρησιμοποιώντας τη μαρτυρία του ως αυτόπτη μάρτυρα εναντίον του. Ταυτόχρονα, υποστήριξε ότι δεν διώκεται στην Τουρκία, παρά την ύπαρξη δεκατριών ενεργών υποθέσεων και ενταλμάτων σύλληψης εις βάρος του.
Αυτό δεν είναι λάθος. Είναι η δεύτερη εξορία.
Η πρώτη έγινε με φωτιά και σπαθί. Η δεύτερη γίνεται με σφραγίδες και αποφάσεις. Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Ένας Έλληνας παραδίδεται ξανά σε ένα κράτος που τον θεωρεί εχθρό επειδή θυμάται, μιλά και δεν προσκυνά.
Αν η Ελλάδα δεν μπορεί να προστατεύσει έναν άνθρωπο που διώχθηκε επειδή είναι Έλληνας και επειδή κατήγγειλε εγκλήματα, τότε το πρόβλημα μας σίγουρα δεν είναι ο Γιαϊλαλί. Είναι η ίδια η χώρα μας.
Γιατί η ιστορία δε συγχωρεί τις χώρες που ξεχνούν ποιοι είναι.
Ζήτημα τιμής και ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να μην απελαθεί».