Ιστορία από τη Γενοκτονία: Το ματωμένο πασλούκ του Ισαάκ
01 Οκτ
0
Σχόλια

Ιστορία από τη Γενοκτονία: Το ματωμένο πασλούκ του Ισαάκ

Η συμβολή της προσωπικής μαρτυρίας στην πληρέστερη γνώση της ιστορίας είναι μεγάλη και σημαντική. Οφείλουμε όλοι οι απόγονοι των προσφύγων να μετατρέπουμε τη μνήμη σε πράξη.

Η συγγραφέας Αντιγόνη Καμπέρου, ανιψιά του πρώτου Έλληνα στρατιωτικού αεροπόρου Δημήτριου Καμπέρου, του επονομαζόμενου «Τρελοκαμπέρου», ανακαλύπτοντας τις σημειώσεις του πατέρα της Ευάγγελου Καμπέρου με τις διηγήσεις του Πόντιου πεθερού του, Γιώργου Θαλασσινού, ξεκίνησε μια έρευνα. Μια «ανοικοδόμηση ενός αφηγήματος» όπως λέει, μιας αληθινής ιστορίας της οικογένειας της μητέρας της. Ξεκίνησε μια καταγραφή ουσιαστικά «της πεζοπορίας εις θάνατον» (όπως ήταν η φρικτή ποινή που εφηύραν οι δήμιοι των Ελλήνων του Πόντου) αλλά και εις την ζωήν… Αυτός είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου: «Καταγράφοντας την πεζοπορία εις θάνατον και εις την ζωήν…». Την ζωήν πριν και μετά τη γενοκτονία. (Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Πόντος: Άνεμος ευδαιμονίας – Θύελλα οδύνης»)

Η Αντιγόνη Καμπέρου, ορθώς, προβάλλει ως πρωταγωνιστή του βιβλίου τον παππού της Γιώργο Θαλασσινό. Εξάλλου οι διηγήσεις του ήταν το έναυσμα για το όλο εγχείρημά της. Όμως και ο δεκαπεντάχρονος Ισαάκ Τουζτσόγλου διεκδικεί έναν πρωτεύοντα ρόλο. Απαγχονίστηκε λόγω συνωνυμίας με τον μεγαλύτερο ξάδελφό του που είχε καταφύγει στα βουνά και καταζητούνταν. Δεν μπορούσαν να τον βρουν οι Τούρκοι και αποφάσισαν να συλλάβουν τον εντελώς αθώο, μαθητή ακόμα, ξάδελφό του, με ίδιο όνομα και επώνυμο, μιας και ο πραγματικός καταζητούμενος επικηρύχτηκε «επ’ αμοιβή»!

Η ιστορία του είναι συγκλονιστική:

«Μια μέρα του Απρίλη του 1919, μπήκαν δια της βίας στο σπίτι του Προδρόμου οι τσανταρμάδες και άρπαξαν τον δεκαπεντάχρονο Ισαάκ. Επειδή είχε το ίδιο όνομα και επώνυμο με τον επικηρυγμένο ξάδερφό του τον οποίο δεν έβρισκαν, άρπαξαν τον γιο της Δέσποινας. Φώναζε και χτυπιόταν η μάνα του, όμως παρά τις ικεσίες της τον έσυραν έξω και τον οδήγησαν στις φυλακές.

Η Δέσποινα πήγε και βρήκε τον Νικόλαο, τον αδελφό του Προδρόμου και πατέρα του επικηρυγμένου Ισαάκ, για να κάνει κάτι. Αυτός έβαλε λυτούς και δεμένους για να τον απελευθερώσουν. Ήξερε πολύ κόσμο και μετρούσε ο λόγος του. Έδωσε γερά μπαξίσια σε πολλούς. Μέχρι που πήγε και βρήκε τον βαλή της Αμάσειας για να του εξηγήσει ότι ο ανεψιός του ήταν μικρός, πήγαινε ακόμη σχολείο και δεν είχε ιδέα από αντάρτικα. Ο βαλής ήταν ανένδοτος. Του έδειξε και το χαρτί της επικήρυξης του γιου του. Στο τέλος, τον διαβεβαίωσε ότι αν του έφερνε τον γιο του, θα άφηνε τον ανεψιό του. «Μα τι λέτε, τι μου ζητάτε να κάνω;! Να σας φέρω να φυλακίσετε τον γιο μου;! Τι κακό έκανε, πείτε μου!» διαμαρτυρόταν ο Νικόλαος.

Οι μήνες περνούσαν και τίποτα δεν γινόταν. Η Δέσποινα, που μόλις πριν μερικούς μήνες είχε θάψει τον άντρα της, ξεσπούσε σε λυγμούς κάθε βράδυ. Όλοι στο σπίτι είχαν παγώσει. Δεν ήξεραν τι να κάνουν…

Τον δεκαπεντάχρονο Ισαάκ τον συκοφάντησαν ότι ήταν προδότης και τον πέρασαν από τα λεγόμενα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας», μαζί με άλλους τρεις, τους αδελφούς Πετράκη και Κωνσταντίνο Κοσμίδη και τον Χαρίτωνα Κοσμάντη. Τους κράτησαν φυλακισμένους μήνες στην Αμάσεια. Σ’ αυτούς τους μήνες οι επιστολές του Ισαάκ από το κελί της φυλακής έφταναν στα χέρια της δύστυχης μάνας, που εκλιπαρούσε να κάνουν κάτι για να τον σώσουν. Τα βράδια έμενε ξάγρυπνη προσπαθώντας να βρει μια λύση…

Οι μήνες περνούσαν και ο Ισαάκ παρέμενε φυλακισμένος, όσο και να τους εξηγούσαν ότι ο Ισαάκ που είχαν συλλάβει, δεν ήταν αυτός που ήθελαν. Ήταν ένα αμούστακο παιδί, κι ας ήταν ψηλός και έδειχνε μεγαλύτερος από την ηλικία του. Η απάντηση που έπαιρναν, ήταν πάντα η ίδια: Έχει επικηρυχθεί, επ’ αμοιβή κιόλας, και θα ήταν παραβίαση των νόμων του κράτους η απελευθέρωσή του.

Μέχρι που η Δέσποινα εκτός εαυτού πήγε στο σπίτι της συννυφάδας της και ούρλιαζε να πάει να βρει η Ιφιγένεια τον γιο της και να τον παραδώσει στις οθωμανικές αρχές. Αν ήταν ποτέ δυνατόν…

Ώσπου το φθινόπωρο τους έστειλαν το κακό μαντάτο, ότι τον Ισαάκ, ετών δεκαπέντε, τον κρέμασαν στις φυλακές μαζί με τους άλλους τρεις κρατουμένους, στο όνομα της προστασίας του κράτους. Ως προδότης της πατρίδας ένα ανήλικο, αμούστακο παιδί! Και ας είχαν προσπαθήσει τόσο να τον σώσουν. Η τελευταία του επιθυμία ήταν να παραδώσουν το δακτυλίδι που φορούσε στη μητέρα του μαζί με μια αποχαιρετιστήρια επιστολή…

Τις επιστολές του από τη φυλακή και το δακτυλίδι του τα κρατούσε σαν φυλακτά η Δέσποινα μέχρι να πεθάνει, όπως και το πασλούκ, που της παραδώσανε αφού τον απαγχόνισαν. Αυτό που είχε φτιάξει η ίδια με τα χέρια της για το παιδί της. Μόνο που όταν το παρέλαβε, ήταν στιγματισμένο με χοντρές κηλίδες από το αίμα του!

Στο πλαίσιο της έρευνας που έκανε η συγγραφέας, η οποία είναι δισέγγονη της Δέσποινας, πήγε -ανυποψίαστη για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει- στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών. Όταν ανέφερε το επίθετο της γιαγιάς της, Τουζτσόγλου, η Έφορος της Επιτροπής της έφερε ένα πασλούκ από δωρήτρια με το ίδιο επίθετο… Ήταν το πασλούκ του Ισαάκ! Τον είχε δωρίσει η αδελφή του και θεία της συγγραφέως Ευσεβία στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών για να εκτεθεί στο μουσείο της.

«Μου το έδωσε στα χέρια και εγώ έμεινα να το κοιτάω», περιγράφει η Αντιγόνη Καμπέρου τη συγκλονιστική στιγμή. «Έπειτα από σχεδόν έναν αιώνα, εγώ, η εγγονή της Αντιγόνης, κρατούσα στα χέρια μου το σκουροπράσινο κεφαλόδεσμο με μωβ φόδρα του αδελφού της. (Όταν διάλεξε η μητέρα του το χρώμα, είπε πως θα ταιριάζει με τα σκουροπράσινα μάτια του… «Ήθελε τόσο πολύ να το φοράει στα πανηγύρια και να παίζει το βιολί που τόσο αγαπούσε!» λέει σε άλλο σημείο η συγγραφέας.) Ξέσπασα σε λυγμούς. Παρατήρησα τις κηλίδες του αίματος που είχε πάνω του. Ήταν το πασλούκ που φορούσε όταν τον κρέμασαν οι Τούρκοι στα δεκαπέντε του. Αυτό το πασλούκ έγερνε από το βάρος μιας Γενοκτονίας ήταν ποτισμένο με αίμα και πολύ πόνο. Έναν πόνο που έμεινε ανεξίτηλος σε τόσες και τόσες γενιές».

 

 

 

Πηγή: naftemporiki.gr

Κείμενο: Χριστίνα Χαφουσίδου

 

 

ΣΧΟΛΙΑ
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies.