Δελτίο Τύπου με αφορμή την συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τις δηλώσεις που ακολούθησαν εξέδωσε η Παμποντιακή Ομοσπονδία ΗΠΑ-Καναδά.
Διαβάστε παρακάτω ολόκληρο το Δελτίο Τύπου:
«Παμποντιακή Ομοσπονδία ΗΠΑ-Καναδά
12 Φεβρουαρίου 2026
κ. Πρωθυπουργέ,
Με αφορμή την πρόσφατη συνάντησή σας και τις δημόσιες δηλώσεις σας μετά τις συνομιλίες με την τουρκική ηγεσία, αισθανόμαστε την ανάγκη να αναφερθούμε σε ένα ζήτημα βαθιά ιστορικής και ηθικής σημασίας. Ως απόγονοι των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων, οι αναφορές στην «προστασία της κληρονομιάς» του Μουσταφά Κεμάλ προκαλούν έντονη ανησυχία και ηθική δυσφορία.
Μεταξύ 1914 και 1923, πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Θράκης εξοντώθηκαν, απελάθηκαν ή εξαναγκάστηκαν σε εξορία. Κοινότητες χιλιετιών καταστράφηκαν, χωριά εξαφανίστηκαν, εκκλησίες βεβηλώθηκαν και ολόκληρος πολιτισμός ξεριζώθηκε από την πατρογονική του γη. Για εμάς, αυτό δεν αποτελεί απομακρυσμένη ιστορική αναφορά, αλλά κληρονομημένο τραύμα που διατηρείται στη μνήμη, στα μνημεία και στη συλλογική συνείδηση του Ελληνισμού.
Καμία δημοκρατική χώρα δεν θα πρότεινε την «προστασία της κληρονομιάς» του Αδόλφου Χίτλερ στο πλαίσιο διπλωματικών σχέσεων. Ομοίως, η ιστορική περίοδος ίδρυσης της Τουρκικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να διαχωριστεί από την συστηματική καταστροφή του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής. Η σύγχρονη οικοδόμηση κράτους, οι μεταρρυθμίσεις ή γεωπολιτικές ανάγκες δεν νομιμοποιούν την αμφισβήτηση ή ηθική εξομάλυνση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
Οι ποντιακές οργανώσεις διεθνώς έχουν επανειλημμένα ζητήσει η Γενοκτονία των Ελλήνων να αναγνωριστεί ως ιστορικό και ηθικό ζήτημα, στο πλαίσιο των διπλωματικών πρωτοβουλιών της Ελλάδας. Αντί να αξιοποιείται αυτή η δυναμική για την προώθηση της αναγνώρισης από τη διεθνή κοινότητα, παρατηρούμε θέσεις και ενέργειες που απειλούν να καθυστερήσουν την πρόοδο. Εκεί όπου αναμένουμε σαφή και συνεπή εθνική στάση, συναντούμε σιωπή ή αμφισημία.
Η πρόσφατη απόφαση άρνησης ασύλου στον Γιάννη-Βασίλη Γιαϊλάλη, ακτιβιστή ποντιακής καταγωγής που έχει δημόσια προωθήσει την αναγνώριση της Γενοκτονίας, έχει προκαλέσει ανησυχία στον ποντιακό ελληνισμό διεθνώς και εγείρει σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας της διαδικασίας.
Η αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν αποτελεί διαπραγματευτικό εργαλείο ούτε εμπόδιο στη διπλωματία. Αποτελεί θεμελιώδη πράξη σεβασμού προς την ιστορική αλήθεια και προς τη μνήμη των θυμάτων. Η υποβάθμιση ή η περιθωριοποίηση αυτού του ζητήματος δεν ενισχύει τη διεθνή θέση της Ελλάδας· αντίθετα, υπονομεύει την ηθική της κύρος.
Στεκόμαστε υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης και της περιφερειακής σταθερότητας, και υποστηρίζουμε διάλογο που βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό. Η συμφιλίωση, ωστόσο, δεν μπορεί να οικοδομηθεί σε ιστορική σιωπή ή εκλεκτική μνήμη, απαιτεί αλήθεια, αναγνώριση και ηθική σαφήνεια.
Η μνήμη των άνω του ενός εκατομμυρίου αθώων θυμάτων είναι ιερή και αδιαπραγμάτευτη. Ο πόνος τους δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ούτε να θυσιαστεί για πολιτικούς ή διπλωματικούς λόγους.
Η Ελλάδα, ως κοιτίδα της δημοκρατίας και αταλάντευτος φύλακας της τιμής, του θάρρους και της δικαιοσύνης, φέρει το ιερό καθήκον να υπερασπιστεί την ιστορική αλήθεια. Να θυμόμαστε, να μιλάμε και να απαιτούμε δικαιοσύνη δεν αποτελεί πράξη εχθρότητας, είναι η απόδειξη της αξιοπρέπειάς μας, της συλλογικής μας συνείδησης και η ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ που παραδίδουμε στις επόμενες γενιές. Είναι όρκος αιώνιος προς τη μνήμη των αθώων θυμάτων, αταλάντευτη δέσμευση για τη διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που καθορίζει την ψυχή και το πνεύμα του έθνους μας».