ΠΟΝΤΟΣ

ΕΠΟ
ΧΕΣ
&
ΜΗ
ΝΕΣ

Άνοιξη
Καλοκαίρι
Φθινώπορο
Χειμώνας

«Έρθεν, αρνόπο μ’ άνοιξη, ένοιξαν τα τσιτσέκια
επέρα το μαρτίν σ’ ωμί μ’, ‘ς σα μέσα μου φουσέκια».

Οι πρόγονοί μας στον Πόντο ήταν πολύ επιφυλακτικοί για τον ερχομό της άνοιξης. «Με τ’ έναν τσιτσέν’ άνοιξη ‘κι έρται», δηλαδή με μια βροχούλα άνοιξη δεν έρχεται, έλεγαν. Παρόλα αυτά όμως την περίμεναν όσο τίποτα άλλο και αυτό διότι ήταν η εποχή που έλιωναν τα χιόνια, καθότι ο χειμώνας στον Πόντο ήταν πολύ βαρύς και η φύση έβαζε τα γιορτινά της χρώματα.

Εκμεταλλεύονταν την άνοιξη και μάζευαν ότι αγαθά τους προσέφερε απλόχερα η φύση. Διάφορα βότανα για θεραπευτικούς σκοπούς, για τόνωση, για γαλακταγωγή, διουρητικά κά.

Την εποχή αυτή άρχιζαν και οι πολλές δουλειές, η καλλιέργεια της γης ενώ φρόντιζαν και ιδιαίτερα τα ζώα. Για τους άνδρες, ειδικά των ορεινών περιοχών, ήταν η εποχή της μετανάστευσης για την εξεύρεση εργασίας, των σπουδών ή τους προσκυνήματος στους  Αγίους Τόπους (χατζουλούκ’).

ΜΑΡΤΙΟΣ

«Ο Μάρτ’ς έρται και διαβαίν’ άλλτς παγών’ και άλλτς χουλαίν’»

Ως Μάρτη τον συναντάμε στην Ινέπολη, την Κερασούντα και την Οινόη, και ως Μάρτ’ς τα Κοτύωρα, τη Σάντα, την Τραπεζούντα και τη Χαλδία.

Ήταν ένας περίεργος μήνας για τους Ποντίους καθώς πίστευαν ότι ο καιρός ήταν άστατος, αλλοπρόσαλλος και ασυνεπής, αφού τη μία έφερνε την ευλογία του θεού και την άλλη την καταστροφή.

Το Μάρτιο ξεκινούσαν οι γεωργικές ασχολίες, κυρίως στα χαμηλότερα μέρη, τα χαμηλασέας, τα ποταμέας. Την πρώτη μέρα του μήνα γινόταν γενική καθαριότητα του σπιτιού με τη συμμετοχή και των παιδιών, ενώ την ίδια μέρα ετοίμαζαν το μαρτόλαπο, ένα φαγητό από καβουρντισμένο αλεύρι με ζάχαρη ή πετμέζι. Οι Πόντιες νοικοκυρές δεν επέτρεπαν να κάνει ποδαρικό κανένας στο σπίτι εαν δεν περνούσε πρώτα ιερέας να το αγιάσει.

Ήταν ο μήνας όπου οι άνδρες –κυρίως αυτοί που κατοικούσαν στα ορεινά– έφευγαν στην ξενιτειά για δουλειά, είτε για σπουδές, είτε για να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους (χατζουλούκ’).

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

«Απρίλτς φέρ’ τα χελιδόνια
κελαηδούν και λιών’ τα χιόνια»

Ως Απρίλη τον συναντάμε στην Οινόη, Απρίλ’ς στην Τραπεζούντα, ενώ ως Απρίλτς στα Κοτύωρα (Ορντού) –που λεγόταν και Αγιωργίτας ή Αεργίτας–, τη Σάντα, την Τραπεζούντα και τη Χαλδία.

Αν και είναι ο δεύτερος μήνας της άνοιξης, είναι ασταθής και αλλοπρόσαλλος όπως ο Μάρτιος. Δεν αποκλειόταν η ξαφνική αλλαγή του καιρού με κρύο, βροχές, ίσως και χιόνια. Επίσης, μαζί με τον Μάρτιο, ήταν οι μήνες που οι άνδρες έφευγαν για τα ξένα.

ΜΑΪΟΣ

«Έρθεν κι ο Καλομηνάς
όλ’ τρών’ κι εσύ πεινάς»

Ο Καλομηνάς, δηλαδή ο καλός μήνας όπως λεγόταν ο Μάιος στον Πόντο, ήταν ο μήνας που άρχιζαν οι ζέστες. Δεν αποκλείονταν και οι βροχές, οι οποίες θεωρούνταν ότι είχαν μαγευτικές και θαυματουργικές ιδιότητες. Αν έβρεχε, δε, Πρωτομαγιά, το είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Με αυτό το νερό, μεταξύ άλλων, «εκόλλιζαν το γάλα» για να φτιάξουν γιαούρτι.

Επίσης, σε κάποιες περιοχές πίστευαν ότι είναι ο μήνας των μαγισσών και τα μάγια τους έπιαναν, και για να προφυλαχτούν φορούσαν σταυρό από φλοιό βάτου ή τον κρεμούσαν πάνω από την πόρτα του σπιτιού.

Ο Μάιος είναι ο μήνας που η φύση έχει ήδη φορέσει τα γιορτινά της και οι παρχαρομάνες με τα ζώα πηγαίνουν στα παρχάρια, τα θερινά βοσκοτόπια.

«Αρνί μ’΄έρθεν ο καλοκαίρτς, πώς θα καλοκαιρίζω,
η σεβντά σ’ έν’ πολλά τρανόν και πώς θα ταγιανίζω»

Το καλοκαίρι, ως λέξη, στον Πόντο διατηρήθηκε με μικρές παραλλαγές. Καλοκαίρης λέγεται στην Κερασούντα και τη Χαλδία, καλοκαίρ’ς στην Τραπεζούντα, καλοκαίρτς, επίσης στην Τραπεζούντα, τα Κοτύωρα και τη Χαλδία. Στη Σάντα, την Τραπεζούντα και τη Χαλδία το συνατάμε και ως καλοκαίρ’ και στην Οινόη ως καλοκαίριν.

Το καλοκαίρι στον Πόντο ήταν μια περίοδος έντονων ασχολιών καθώς ετοίμαζαν τα γαλακτοκομικά και τα διάφορα παστά προϊόντα στα παρχάρια, που θα τα χρησιμοποιούσαν τον χειμώνα που ήταν πολύ βαρύς, αλλά και θέριζαν και αλώνιζαν τα χωράφια τους. Επίσης, γινόταν η συγκομιδή των λεφτοκαρυών (φουντουκιών) και των καπνών, που ήταν προϊόντα κατατεθέν της περιοχής.

ΙΟΥΝΙΟΣ

«Τη Κερασινού ο ήλιον, κοκκινί’ει σε κι εφτάει σε μήλον»

Ο Ιούνιος είναι η εποχή που ωριμάζουν τα κεράσια στον Πόντο, γι’ αυτό και λέγεται, κυρίως, Κερασινός. Λέγεται και Θερ’νός. Στην Ινέπολη είχε το όνομα Αϊ-Γιάννης, από την γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

Στον Πόντο οι αγροτικές δουλειές είχαν αποκορύφωμα τους καλοκαιρινούς μήνες. Ειδικά στα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου οι παρχαρομάνες και οι βοσκοί ανέβαιναν στα παρχάρια μαζί με τα ζώα, ώστε να ετοιμάσουν τις προμήθειές τους για το χειμώνα.

Οι γιορτές του Αγίου Πνεύματος και του Αγιαννιού, που άναβαν φωτιές και αναβίωναν το έθιμο του κλήδονα, είναι οι χαρακτηριστικές του Ιουνίου, οι οποίες γίνονταν σε ολόκληρο τον Πόντο.

ΙΟΥΛΙΟΣ

«Έρθεν και ο Χορτοθέρτς έπαρ’ το καγάν΄ ‘ς σο χέρτς»

Ο Ιούλιος στον Πόντο είναι ο μήνας του θερισμού. Τον συναντάμε ως Χορτοθέρη στην Κερασούντα, τα Κοτύωρα, την Τρίπολη, τη Χαλδία και τη Σάντα και Χορτοθέρ’ς και Χορτοθέρης στην Τραπεζούντα. Θερ’νός λέγεται στα Σούρμενα και τη Ματσούκα, ενώ στην Κρώμνη τον συναντάμε και με τα δύο ονόματα.

Ο θερισμός στον Πόντο έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα. Κατά τη διάρκειά του συνήθιζαν να προσφέρουν όλοι μαζί και εθελοντική εργασία για κάποιον που δεν μπορούσε να θερίσει (αργατία). Αφού θέριζαν, στο τέλος, κρεμούσαν στην πόρτα του σπιτιού το αποθέρ’, ένα κομψοτεχνημένο δεμάτι στάχυα με καρπούς. Τον Ιούλιο γίνονταν και μεγάλα πανηγύρια, όπως αυτό του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Κυριακής, του Αγίου Παντελεήμονα κά.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

«Αύγουστον πα φέρ’ τ’ αλώνια και λαρών’ όλα τα πόνια»

Ο Αλωνάρτς ή Αύγουστος όπως λέγεται στα Κοτύωρα και τη Χαλδία, Αύγοστος στην Οινόη, Άγουστος στην Τρίπολη και τη Χαλδία, Άγοστος στην Ινέπολη και Αύγουστος στην Ίμερα θεωρείται ο πιο πλούσιος μήνας του Πόντου, καθώς την εποχή αυτή πραγματοποιούνταν ο αλωνισμός και η συγκομιδή των περισσοτέρων καρπών. Κυρίως, δε, των φουντουκιών και των καπνών, καθώς η περιοχή ήταν φημισμένη για την παραγωγή τους.

Ιερός μήνας για τους Ποντίους, όπως άλλωστε και για όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς, καθώς τότε γιόρταζαν την Κοίμηση της Θεοτόκου (15 Αυγούστου). Την τιμητική της φυσικά είχε η Παναγία Σουμελά στη Ματσούκα, αφού πιστοί από ολόκληρο τον Πόντο, και όχι μόνο, την επισκέπτονταν.

Στον Πόντο επίσης πίστευαν ότι ο Αύγουστος είναι η αρχή του χειμώνα.

 

«Αρ’ ‘ερθεν το μοθόπωρον, τ’ Αγεσερί’ εδέβεν,
Σταυρίτα φαίνεται γραού και δείσα σα ραχία
και αρχινούν τα φυσετούς, σκαλών’νε τα κρυάδας».

Τα φύλλα πέφτουν από τα δέντρα, τα χρώματα στη φύση «θαμπώνουν» και ξεκινούν οι πρώτες βροχές. Το φθινόπωρο, το μεθόπωρον όπως το έλεγαν στα Κοτύωρα, μετόπωρον στην Οινόη, μοθόπωρον στη Σάντα και στη Χαλδία, μεθοπώριν στην Κερασούντα, είναι η εποχή που η φύση ορφανεύει.

Ήταν η εποχή που γυρνούσαν όλοι στα σπίτια τους και ειδικά οι παρχαρέτ’, και προετοιμάζονταν για τον χειμώνα, ο οποίος ήταν βαρύς. Έτσι οι δρόμοι άρχιζαν να ερημώνουν. Έπρεπε με το που έμπαινε το φθινόπωρο να σταρχίζ’νε τ’ οσπίτ’, δηλαδή να το εφοδιάσουν με αναγκαία τρόφιμα για τη χειμερινή περίοδο, όπως σιτάρι, κορκότα, πλιγούρι και καβουρμά. Οι παρχαρομάνες είχαν ήδη παρασκευάσει στο παρχάρι τα γαλακτοκομικά και παστά προϊόντα, τόσο για το σπίτι τους όσο και για πούλημα.

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

«Ο Σταυρίτες ρούζ’ τα φύλλα και ξεραίντανε τα ξύλα»

Ο Σταυρίτες, όπως λέγεται ο Σεπτέμβριος στην Κερασούντα, τα Κοτύωρα, τη Σάντα, την Τραπεζούντα και τη Χαλδία, Σταυρίτας στην Κερασούντα, τα Κοτύωρα, την Οινόη και τη Χαλδία, και Σταυρενός στην Ινέπολη, πήρε το όνομά του από την γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου).

Όπως στην Ελλάδα, έτσι και στον Πόντο, ο Σεπτέμβριος ήταν η αρχή του εκκλησιαστικού χρόνου. Οι Πόντιοι προσπαθούσαν λόγω δοξασιών, την πρώτη μέρα του Σεπτεμβρίου –θρησκευτική πρωτοχρονιά– να μην μπει κανένας στο σπίτι, προτού περάσει ο ιερέας και ραντίσει με αγιασμό την οικογένεια και το σπίτι. Σηκώνονταν, δε, νωρίτερα, και αφού έκαναν την προσευχή τους μπροστά από το εικονοστάσι, πήγαιναν με μεγάλη προφύλαξη να δουν πρώτα απ’ όλα το ναό της ενορίας τους, και στη συνέχεια να δουν κάποιον καλό άνθρωπο ή αθώα παιδιά, για να πάει καλά η χρονιά. Για κάθε ενδεχόμενο όμως έβαζαν μέσα στο σπίτι, πρωί πρωί, ένα αθώο παιδάκι.

Σε αρκετά μέρη του Πόντου, ο Σεπτέμβριος ήταν ο μήνας της ξενιτιάς.

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ

«Έρθεν ο Τρυγομηνάς άλλο ας σο ραχίν μη πας»

Ο Τρυγομηνάς, όπως λεγόταν ο Οκτώβριος στην Κερασούντα, τα Κοτύωρα, την Οινόη, τη Σάντα, τα Σούρμενα, την Τραπεζούντα και τη Χαλδία, πήρε το όνομά του σαν μήνας του τρυγητού. Στην Ινέπολη και τα Κοτύωρα λεγόταν και Αϊ-Δημήτρης, ενώ στην Οινόη Αϊ-Δρημήτης, καθώς αυτό το μήνα ήταν η γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Επίσης, στα Κοτύωρα λεγόταν και Πατάλτς.

Τον μήνα αυτό προσπαθούσαν να τελειώσουν όλες τις εξωτερικές δουλειές τους, τη συγκομιδή των καρπών και το μάζεμα των ξύλων γιατί άρχιζε το κρύο του χειμώνα και έπεφταν στα βουνά τα πρώτα χιόνια. Οι παρχαρομάνες με τους βοσκούς και τα ζώα είχαν ήδη κατέβει από τα παρχάρια.

Οι Πόντιοι, επίσης, τιμούσαν το μήνα αυτό ιδιαίτερα την γιορτή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη (26 Οκτωβρίου).

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

«Αεργίτες ‘κι νουνίζ’ ήντιναν ευρήκ’ φουρκίζ’»

Ο Αεργίτες, δηλαδή ο Νοέμβριος όπως λεγόταν στον Πόντο, και συγκεκριμένα σε Όφη, Σάντα, Τραπεζούντα και Χαλδία, πήρε το όνομά του από τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, που γιορταζόταν στις 3 Νοεμβρίου. Αγιγιωργίτης και Αγιγιωργίτες λεγόταν στην Κερασούντα και Αϊγιωργίτης στη Σινώπη. Στην Τρίπολη τον έλεγαν Νοέμβριο. Κατά μια άλλη εκδοχή, το όνομα Αεργίτες προέρχεται από τη λέξη «άεργος», καθώς το μήνα αυτόν οι Πόντιοι δεν έκαναν εξωτερικές εργασίες λόγω του καιρού.

Την εποχή αυτή είναι γνωστό ότι άρχιζε το πολύ κρύο στον Πόντο. Είναι γεγονός ότι έπεφταν τα πρώτα χιόνια και στα χαμηλότερα υψομετρικά στρώματα.

Το Νοέμβριο τηρούσαν με ιδιαίτερη αυστηρότητα νηστεία για την γιορτή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ (8 Νοεμβρίου). Επίσης, από τις μεγαλύτερες γιορτές ήταν αυτές των Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (13 Νοεμβρίου), των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου), του Οσίου Νίκωνα του «Μετανοείται» (26 Νοεμβρίου) και του Αγίου Ανδρέα (30 Νοεμβρίου).

«Νασάν εσάς, ψηλά ραχιά, κόσμον όλεν ζελεύ’ ’σας,
’κ’ εντρέπεται ο χειμωγκόν, χιονίζ’ και καπατεύ’ ’σας»

Με παρακάθια, δηλαδή με νυχτέρια, περνούσαν οι Πόντιοι τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Οικογένειες επισκέπτονταν συγγενικά ή φιλικά σπίτια και έλεγαν ιστορίες και παραμύθια, έπαιζαν παιχνίδια, ενώ δεν έλειπε σε κάποιες περιπτώσεις η ποντιακή λύρα που ζέσταινε ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα.

Ο χειμωγκός, ο χειμώνας δηλαδή, όπως λέγεται στα Κοτύωρα, χειμός σε Ινέπολη, Κερασούντα, Οινόη, Σινώπη, Τραπεζούντα και Χαλδία, χειμώνας σε Κερασούντα, Κοτύωρα, Σούρμενα, Τραπεζούντα και Χαλδία ήταν η πιο δύσκολη εποχή στον Πόντο. Το χιόνι διαρκούσε σε μερικές περιοχές ακόμα και έξι μήνες.

Ήταν η περίοδος που μαζεύονταν στο σπίτι οικογενειακά και θα κατανάλωναν ότι είχαν παρασκευάσει το καλοκαίρι στο παρχάρι, καθώς λόγω των κλιματολογικών συνθηκών και του ιδιαίτερου της περιοχής (Ποντικές Άλπεις) ήταν αδύνατο να ασχοληθούν με οποιαδήποτε εξωτερική εργασία. Είχαν προνοήσει, δε, τους προηγούμενους μήνες να συλλέξουν και ξύλα για το τζάκι.

Οι Πόντιοι μεριμνούσαν ακόμα και για τα ζώα τους καθώς θα ήταν κλεισμένα στα χειμαδία, στα μέρη δηλαδή που περνούσαν όλο το χειμώνα. Όταν είχε καλό καιρό, ελημερνίαζαν τα ζώα, δηλαδή τα έβγαζαν έξω για να λιαστούν.

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

«Έρθεν κι ο Χριστουγεννιάτες, με τα χιόνια ασπρογενιάτες»

Ο Δεκέμβριος στον Πόντο πήρε το όνομά του από την γιορτή της γέννησης του Χριστού, που θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της χριστιανοσύνης. Θα τον συναντήσουμε ως Χριστιαννάρ’ στη Σάντα και τη Χαλδία, ενώ ως Σαρανταήμερο στην Ινέπολη, Χριστιενάρη στην Κερασούντα και την Τρίπολη, Χριστιεννάρ’ στα Κοτύωρα,την Τραπεζούντα, τη Σάντα και τη Χαλδία. Στη Ροδόπολη τον έλεγαν Χριστουγεννάρ’.

Την παραμονή των χριστουγέννων σταματούσαν όλοι τις εργασίες τους και συμπλήρωναν τις τελευταίες λεπτομέρειες για τη μεγάλη γιορτή. Τα παιδιά, επίσης, έψελναν τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Την επόμενη μέρα όλοι φορούσαν τα καινούργια τους ρούχα και παπούτσια, ετοίμαζαν καλά φαγητά και έβαζαν στο τζάκι το χριστοκούρ’, ένα χοντρό κούτσουρο το οποίο θα έκαιγε για τις τρεις επόμενες μέρες. Τούτες τις μέρες οι Πόντιοι μεριμνούσαν και για τους άπορους της κοινωνίας, προσφέροντας φαγητό.

Η περίοδος από την ημέρα των Χριστουγέννων μέχρι και την ημέρα των Φώτων ονομαζόταν Καλαντόφωτα ή Δωδεκαήμερα. Μέσα σε αυτό το διάστημα, πέρα από τα διάφορα κάλαντα που έψαλαν τα μικρά παιδιά, έβγαιναν στο δρόμο οι Μωμόγεροι ή τα Κοτσαμάνια, το λαϊκό θέατρο του Πόντου.

Μεγάλες γιορτές του μήνα θεωρούνταν επίσης της Αγίας Βαρβάρας (4 Δεκεμβρίου),  του Αγίου Σάββας (5 Δεκεμβρίου), του Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου), της Αγίας Άννης (9 Δεκεμβρίου), του Αγίου Στεφάνου (27 Δεκεμβρίου), κά.

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

«Καλαντάρη, Καλαντάρη τρία τσάπουλας ‘ς σο ποδάρι»

Ο Καλαντάρτς, όπως λέγεται στη Σάντα, την Τραπεζούντα, τη Χαλδία ο Ιανουάριος, Καλαντάρης στην Ινέπολη, την Κερασούντα, την Οινόη και τη Σινώπη και Καλαντάρ’ς στην Τραπεζούντα, είναι ένας από τους κρύους μήνες του έτους. Αυτό όμως δεν πτόησε τους Πόντιους να τον κατατάξουν ως τον μήνα με τους περισσότερους γάμους, καθώς τότε επέστρεφαν οι νέοι από την ξενιτιά και ζητούσαν σε γάμο την καλή τους ή παντρεύονταν.

Οι ημέρες των καλαντόφωτων  –Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα–, γιορτάζονταν με κάθε μεγαλοπρέπεια και αυτή την περίοδο έβγαιναν και οι μωμόγεροι ή τα κοτσαμάνια (λαϊκό δρώμενο) στους δρόμους.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα μικρά παιδιά έλεγαν πρωτοχρονιάτικα κάλαντα και το βράδυ, με την αλλαγή του χρόνου έκοβαν τη βασιλόπιτα, εις μνήμη του Μέγα Βασιλείου. Ο αρχηγός της οικογένειας «εκαλαντίαζεν τ’ οσπίτ’», δηλαδή σκόρπιζε σε όλο το σπίτι διάφορους καρπούς λέγοντας «άμον ντο ρούζ’νε αούτα τα καλά, αέτς πα να ρούζ’νε απέσ’ σ’ οσπίτ’ν εμούν τ’ευλοΐαν και τα καλοσύνας». Οι νεαρές κοπέλες πήγαιναν αμίλητες μετά την αλλαγή της χρονιάς να φέρουν το καλαντόνερο από το πηγάδι στο σπίτι. Πίστευαν ότι το νερό εκείνη τη στιγμή είχε μαγικές ικανότητες και όλοι η οικογένεια έπινε από αυτό. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς δεν άφηναν κανέναν να μπει στο σπίτι αν δεν περάσει πρώτα ο ιερέας να το ευλογήσει. Το βράδυ της ίδιας μέρα έριχναν στο τζάκι  το καλαντοκούρ’, ένα χοντρό κούτσουρο που έκαιγε για μέρες.

Οι Πόντιοι αυτές τις άγιες μέρες δεν ξεχνούσαν και τους άπορους ανθρώπους της γειτονιάς τους και πίστευαν πως ο θεός θα τους το ανταπέδιδε με κάποιο τρόπο.

Οι μωμόγεροι ή τα κοτσαμάνια μέχρι και τα Φώτα (6 Ιανουαρίου) έβγαιναν και αναστάτωναν τους δρόμους των πόλεων και των χωριών.

Με ιδίαίτερη λαμπρότητα τιμούσαν τη γιορτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ή Βαφτιστή (7 Ιανουαρίου), του Αγίου Ευγενίου και των συναθλητών του Κανιδίου, Ουαλεριανού και Ακύλα (21 Ιανουαρίου) και των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου).

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

«Ο Κούντουρον, ο κούτσουρον, ο ουραδοκομμένον»

Είναι ο μοναδικός μήνας του έτους που έχει μία ή δύο ημέρες λιγότερες από τους άλλους, γι’ αυτό και ονομάζεται Κούντουρον, δηλαδή έχει κοντή ουρά, ο Φεβρουάριος. Στο Σταυρίν επίσης λεγόταν Κούντουρος και Κούτσουρος. Στην Ινέπολη και στη Σινώπη λεγόταν και Κουτσούκης, από το τουρκικό κιουτσούκ, που σημαίνει μικρό.

Πίστευαν ότι ο μήνας είναι γρουσούζικος, πένθιμος και ακατάλληλος για να ξεκινήσουν κάποια εργασία, ταξίδι ή γάμο, ιδιαίτερα αν το έτος ήταν και δίσεκτο.

Σε μερικές περιοχές του Πόντου θεωρούσαν πως αυτός Μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου επικρατούσαν δύσκολες καιρικές συνθήκες στον Πόντο. Παρόλα αυτά οι κάτοικοι λίχτρευαν τα χωράφια, δηλαδή τα ετοίμαζαν για τις ανοιξιάτικες καλλιέργειες, άρμεγαν τα ζώα και μετέφεραν το γάλα στα χωριά.

Το Φεβρουάριο γιόρταζαν με μεγάλη ευλάβεια την ημέρα της Υπαπαντής του Κυρίου (2 Φεβρουαρίου), τη μνήμη του Αγίου Βλασίου (11 Φεβρουαρίου), του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος (17 Φεβρουαρίου), κά.